ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΙΤΕΡΗΣ

Μίλησε μου για τα ερεθίσματα που σε ώθησαν στο τραγούδι. Διότι εσύ γεννήθηκες για να τραγουδάς.

Ομολογώ ότι, από την ώρα που γεννήθηκα θυμάμαι τη μητέρα μου που μου τραγουδούσε για να κοιμηθώ. Ήμουνα 5, 6 χρονών, και το παιδάκι που, για να κοιμηθώ, έπρεπε η μητέρα μου να μου κάνει αμανέδες, να μου τραγουδάει. Με νανούριζε με αυτόν τον τρόπο και προφανώς πήρα αυτές τις μελωδίες απ’ τη φωνή της και μπήκε στα αυτιά μου αυτό όλο το μελωδικό που είχε η μητέρα μου. Ήταν μια από τις γυναίκες που η φυλή της ήταν μουσικόφιλη. Το επίθετό της ήτανε Μαρκοπούλου. Οι Μαρκοπουλέοι είναι από την Αιτωλοακαρνανία, κι εκεί όλοι είναι μουσικοί και τραγουδιστές. Ο πατέρας της και τα αδέρφια της ήταν μουσικοί. Κι ίσως πήρε κι αυτή από κει, βέβαια χωρίς να έχει γίνει τραγουδίστρια γιατί την είχε κλέψει ο πατέρας μου κι έκανε πολλά παιδιά. Αλλά οι συγκυρίες τότε με τον πόλεμο και τις κακουχίες που περάσανε, δύο αγόρια πεθάνανε στην κατοχή, κι έτσι μείναμε δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Η μητέρα μου πέθανε 42 χρονών, ο πατέρας μου 54, κι ο μεγαλύτερος αδερφός μου 57. Εγώ είμαι τώρα που έχω μείνει, με τις τέσσερις αδερφές.

 

Ξεκινώντας τραγούδι, ήξερες ότι θα σού γίνει επάγγελμα ή το ξεκίνησες γιατί σού έδινε ζωή;

Από τα οχτώ μου περίπου χρόνια, ήθελα να τραγουδώ. Από θέμα επιβίωσης όμως έγινα τραγουδιστής. Βέβαια το ήθελα κι όλας, το είχα μέσα μου. Στην αλάνα που παίζανε μπάλα τα παιδιά, μού λέγανε έλα να παίξουμε, μα εγώ παρακάλεσα το μπαμπά μου και μου αγόρασε μία μικρή κιθάρα γιατί δεν είχε λεφτά να μού πάρει μεγάλη. Κιθαρόνι το λέγαμε, και καθόμουνα σπίτι και μάθαινα μόνος μου. Άλλα έλεγε η κιθάρα, άλλα τραγούδαγα εγώ. Δεν ήξερα.

 

(Εδώ γελάει, μαζί του κι εγώ. Έγινε ξαφνικά παιδί και, προσυπογράφω την αγάπη που του δίνει ο κόσμος). Δηλαδή μόνος σου έμαθες κιθάρα. Κανείς δε σου έδειξε;

Όχι δε μου έδειξε. Μόνος μου έμαθα. Κι ήταν πανδύσκολο.

 

Αυτό σημαίνει ότι ήταν έμφυτο και σιγά σιγά ξεδιπλώνονταν το ταλέντο.

Ναι. Κι από δώδεκα χρονών πηγαίνω και τραγουδάω σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας. Τότε ήταν οι μπουάτ, τα καμπαρέ, τα κέντρα διασκεδάσεως. Έχω δουλέψει και σε Καμπαρέ και σε πολλές μπουάτ, μόνος με μια κιθάρα, και γύρισα όλη την Ελλάδα σε πάρα πολλά μαγαζιά.

 

Όταν δούλευες σε αυτά τα μαγαζιά, και πριν ακόμη γίνεις ο γνωστός Παϊτέρης, είχες τη δίψα ή την ελπίδα να γίνεις ένα μεγάλο όνομα;

Αγωνίστηκα πάρα πολύ. Μα η αλήθεια είναι ότι το θέμα της επιβίωσης ήταν αυτό που με έσπρωχνε προς τα εκεί. Δεν είχα ποτέ σκέψη, ούτε στο μυαλό μου ξέρεις, ότι εγώ θέλω να γίνω Παϊτέρης. Και γι’ αυτό δεν άλλαξα και το όνομά μου να το κάνω πιο εύκολο, γιατί πολλές φορές έλεγαν «πως σε λένε», «Βασίλη Παϊτέρη» έλεγα, και με έλεγαν Μπαντέρη, μήτε εγώ μπορούσα να το πω μήτε αυτοί καταλάβαιναν. Κάτι δεν κόλλαγε. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω «κάποιος». Δεν επιδίωκα ποτέ να γίνω «κάποιος». Έτρεχα πάρα πολύ, για να μπορέσει να με δει ο άλλος και να πει «α, πάμε να ακούσουμε το Βασίλη». Γιατί εκείνη την εποχή είχα και πολύ πόλεμο από όλους τους καλλιτέχνες. Κι από γυναίκες ακόμη, τραγουδίστριες συναδέλφους, είχα πόλεμο. Μού λέγανε συνήθως να χαμηλώνουν τα δικά μου μικρόφωνα και να ανεβάζουν τα δικά τους. Κι εγώ είχα τη δύναμη να χαμηλώνω το μικρόφωνο, να το κατεβάζω κάτω, και να τραγουδάω χωρίς μικρόφωνο. Και τότε γινόντουσαν περισσότερες ζημιές γιατί είχαμε τα πιάτα και τα λουλούδια. Και μού σπάγαν περισσότερα πιάτα, περισσότερα λουλούδια. Γινόταν λοιπόν πόλεμος από τους καλλιτέχνες. Παρόλα αυτά, γνώρισα κάποτε από έναν φίλο τον Δημήτρη τον Χριστοδούλου. Ο Δημήτρης ο Χριστοδούλου ήταν ο μεγάλος ποιητής που έχει γράψει τόσα τραγούδια… «Βράχο βράχο τον καημό μου» και τι να θυμηθούμε. Πήγα να τον συναντήσω σε ένα καφενείο απέναντι απ’ τη Βουλή. Ήταν κι ο Πάγκαλος μαζί του και κάποιοι άλλοι.

 

Μίλησέ μας για τη συνάντηση.

Του πήγα μια κασέτα κι ένα τραγούδι που έλεγε το «ντούι ντούι», που μου το ζήτησε ο Νταλάρας μετά και του το’ δωσα. Του δίνω λοιπόν την κασέτα που το τραγουδούσα, και τα λόγια γραμμένα σε ένα χαρτάκι και του λέω: «Με συγχωρείτε, εγώ είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος γεννήθηκα από γονείς τσιγγάνους. Εσείς είστε καταξιωμένος ποιητής. Θα μπορούσατε να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το έργο και να μου πείτε την άποψη σας;» Μου λέει «παιδί μου εγώ έχω πάψει να ασχολούμαι μ’ αυτά, αλλά άστο να το ακούσω». Λέω «κρατείστε το αυτό, θα δείξει ότι δεν είστε άνθρωπος που έχει φυλετικές διακρίσεις». Και μού  λέει «ένας λόγος παραπάνω. Να μη λες τέτοια λόγια ρε».

 

Και με το «ντούι ντούι»;

Πέρασε στον Νταλάρα. Τού το είχε πει ο μουσικός του, ο Αχιλλέας ο Περσίδης. Είχαμε παίξει μαζί ένα τραγούδι με κιθάρες, και με πήρε μετά ο ίδιος ο Νταλάρας τηλέφωνο και μου λέει το τραγούδι μπορώ να το πω εγώ; Λέω βεβαίως μπορείς να το πεις. Και του το’ δωσα. Το είπε, και το έκανε γνωστό. Γιατί απ’ αυτόν μόνο θα γινόταν γνωστό. Και μετά το είπα κι εγώ. Το έχω βγάλει και video clip. Από κει γνωρίστηκα. Και το πρώτο βινύλιο που κάναμε με τον Χριστοδούλου, ήταν «ο ποιητής κι ο τσιγγάνος». Μας παίζανε τα τηλεοπτικά.

 

Ο κόσμος σε αγάπησε.

Με αγάπησε γιατί ήμουν ο αυθεντικός, ο γνήσιος. Ήμουνα αυτός που ήμουνα. Δεν ήμουν ο δήθεν. Δεν ήμουνα ποτέ «δήθεν». Μέχρι τώρα είμαι αυτός που είμαι. Δηλαδή, δεν θα σού πω τώρα άλλα, και άλλα μετά. Θα σού πω, «ξέρεις, είσαι καλός άνθρωπος» και θα το πω με την ψυχή μου και θα σε στηρίξω, θα σ’ αγαπήσω. Ή θα σου πω «είσαι κακός άνθρωπος και προσπάθησε να γίνεις καλός γιατί δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας, θα φύγουμε για το μεγάλο ταξίδι».

 

Έχτισες την επαγγελματική σου ζωή πετραδάκι πετραδάκι με τα χέρια σου.

Την εποχή εκείνη δουλεύαμε εξαήμερα. Μια μέρα θέλαμε ρεπό να ξεκουραστούμε, και λέγαν «όχι δεν θα κάνεις ρεπό, και ποιός θα τραγουδήσει;». Γιατί τότε ο κόσμος έβγαινε κάθε βράδυ έξω. Είχε δουλειά, είχε λεφτά, διασκέδαζαν. Τώρα είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα. Τα πρωινά που σχόλαγα δεν πήγαινα σπίτι. Ή θα πήγαινα σε καμιά εκπομπή πρωινή στα τηλεοπτικά, ή σε κανα ραδιόφωνο, ή θα πήγαινα να κόλλαγα τις αφίσες, χειμώνα μες στο κρύο. Έχω περάσει πάρα πολλά. Γι’ αυτό και έμεινα. Γι’ αυτό κι ακόμα ο κόσμος με ξέρει. Με ξέρει… Ο κόσμος κάπου με παρεξήγησε όμως, χωρίς να ξέρει την αλήθεια…

 

(Οι τόνοι  χαμηλοί κι η συγκίνηση μεγάλη. Σαν ένα παράπονο να θέλει να λάβει το δίκιο του). Δηλαδή;

Φυσικό είναι να νομίζει οτιδήποτε ο κόσμος, επειδή πήγαινα από το ένα κόμμα στο άλλο, αφού δεν ήξερε γιατί το κάνω. Αλλά υπάρχει ένας λόγος που ήξερα μόνο εγώ. Από το ’96, γνωρίστηκα με τον Τσοβόλα ο οποίος μού είπε ότι θα βοηθήσει τα παιδάκια που είναι στους δρόμους, στα φανάρια. Γιατί τότε ήταν πολλά παιδιά στους δρόμους, και ασυνείδητοι οδηγοί χτύπαγαν αυτά τα παιδάκια σα τα σκυλάκια. Πέθαναν πάρα πολλά παιδιά. Έτυχε να δω κάτι τέτοιο. Σοκαρίστηκα πολύ. Και είπα, «Θεέ μου, θα κάνω τα αδύνατα δυνατά, να μην δω ξανά παιδάκια στα φανάρια». Ένας δάσκαλος τότε πήγαινε στους καταυλισμούς και μάθαινε γράμματα στα παιδιά. Τον βρήκα και του λέω «αφού δεν είσαι τσιγγάνος, γιατί βοηθάς;» Γιατί είμαι άνθρωπος, και θέλω τα παιδάκια αυτά να μάθουν γράμματα, μού λέει. Αυτό που προσπαθούσα εγώ τόσα χρόνια: Να μάθουν γράμματα. Αν μάθουν γράμματα, θα φύγουν από όλη αυτή την εικόνα που επικρατεί. Και ειλικρινά, χαίρομαι που δίνω αυτή τη συνέντευξη, γιατί θα’ θελα να μάθει ο ελληνικός λαός ότι εγώ δεν είμαι από κανένα κώμα. Το μόνο που είχα κάνει ήταν να πάω από το ένα κώμα στο άλλο γιατί δεν βοήθησαν να πάνε τα παιδιά σχολείο.

 

Ο Τσοβόλας μου έταξε ότι θα σταματήσει τα παιδιά απ’ τα φανάρια και θα παν σχολείο. Δεν έγινε.

Το 2000 βοήθησα το ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο μου είπανε. Δεν έγινε.

Τα 2004 και ‘07 τη ΝΔ. Μου είπαν το ίδιο κι αυτοί. Δεν έγινε.

Το 2011 και 12 το ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτοί τα ίδια (…) είναι.

 

Άρα δηλαδή, όλοι ίδιοι. Κανένας δεν διαφέρει. Δεν σκύβει κανένας στα προβλήματα αυτών των ανθρώπων. Από το κεφάλι βρωμάει τα ψάρι. Από πάνω παίρνουν διαταγή, και λένε «όχι εκεί, μη βοηθάτε εκεί». Κι εγώ έχω καταλάβει ότι δε θέλουν να βοηθάνε γιατί παίρνονται πάρα πολλά δισεκατομμύρια για αυτόν τον λαό, κι αν τον φτιάξουν αυτόν τον λαό και τον τελειώσουνε, θα σταματήσουν τα δις.

 

Κάποιοι όμως είναι υπεύθυνοι.

Είναι υπεύθυνο το ίδιο το κράτος. Γιατί ενώ υπάρχει ο νόμος του Συντάγματος που λέει ότι τα παιδιά πρέπει να πάνε σχολείο, ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται. Μεγαλώνοντας, οι γονείς τους τα παντρεύουν 12 και 13 χρονών. Μια αλυσίδα προβλημάτων. Και αυτά τα παιδάκια κάνουν παιδιά. Το παιδί κάνει παιδί. Η κοπέλα στα 25 της είναι γιαγιά. Δεν είναι ήθη και έθιμα. Όταν πάει το παιδί σχολείο, έχει κάποιο σκοπό. Δεν υπάρχει αυτό το όραμα, αυτή η εικόνα στα παιδιά αυτά, γιατί δεν εφαρμόζουν το νόμο οι κύριοι του κράτους. Τα ρίχνουν στους ιδίους, και λένε «α οι ίδιοι δεν παν τα παιδιά τους σχολείο».

 

Έλα δω ρε φίλε, τι πα να πει οι ίδιοι δεν παν τα παιδιά τους; Εφάρμοσε το νόμο, στείλε τον φυλακή αυτόν που δεν πάει τα παιδιά του σχολείο. Δείξε του ότι υπάρχει νόμος. Δε τους συμφέρει να παν τα παιδιά σχολείο; Δεν ξέρω. Υπάρχουν πολλά παιδιά που πάνε σχολείο και είναι ενταγμένα. Όμως τα παιδιά που δεν έχουν σπίτια, είναι σε καταλύματα χωρίς οδό και αριθμό. Δεν μπορεί λοιπόν να πει ο άλλος 4ο τσαντίρι αριστερά, θα πάει το παιδί σχολείο. Πάρα πολλά παιδιά γεννιούνται εκεί, και δεν έχουν χαρτιά γιατί δε γεννάει η μάνα στο νοσοκομείο.

 

Οικογένειες λοιπόν εγκαταλελειμμένες στη μοίρα τους. Τόσο η φυλή σας όσο κι οι υπόλοιποι Έλληνες στη χώρα μας, έχουν προβλήματα. Ο κόσμος πεινάει. Αρκετοί χάνουν τα σπίτια τους. Όμως τώρα προστέθηκαν κι οι πρόσφυγες, και περισσότεροι λαθρομετανάστες. Είμαι υπέρ να τους δοθεί στέγη και δουλειά, αλλά όταν δε γίνεται, το πρόβλημα μεγαλώνει.

Ειλικρινά, το θέμα που άνοιξες τώρα είναι μία αλήθεια. Εμείς σαν άνθρωποι, και οι έλληνες τσιγγάνοι, είμαστε λίγο πιο βαθιά μέσα στο βίωμα της ζωής. Περάσαμε και περνάμε δύσκολα, αφού υπάρχει ρατσισμός στην Ελλάδα και μάς βλέπουν με διαφορετικό μάτι, άσχετα αν κι εμείς είμαστε άνθρωποι κι έχουμε όλες τις υποχρεώσεις αλλά δεν έχουμε κανένα δικαίωμα. Ομολογώ λοιπόν ότι, είμαστε άνθρωποι με αισθήματα και ψυχή. Και για αυτά τα παιδιά που έρχονται από μια χώρα εμπόλεμη και περνάνε τόσο δύσκολα, όλο αυτό μας αγχώνει. Στενοχωριόμαστε πάρα πολύ. Νομίζουμε ότι βιώνουμε εμείς αυτή την ιστορία τους.  Οποιαδήποτε κυβέρνηση βοηθάει αυτό τον κόσμο, εγώ είμαι υπέρ τους.

 

Αλλά υπάρχει ένα παράπονο σε εμάς. Είμαστε Έλληνες, επιβιώνουμε μαζί πάνω από 500 χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ στέλνουν λεφτά για μας, χρόνια, τα οποία λεφτά δεν πάμε σε εμάς. Είμαστε εκεί που είμαστε, πάντα στάσιμοι. Δεν ξέρω που πάνε τα λεφτά. Κι έρχονται πάρα πολλά λεφτά. Να φανταστείς από το 2007 μέχρι το ’13 ήρθανε 12 δις και 300.000.000 για τους Έλληνες τσιγγάνους που δεν ξέρουμε που πήγαν αυτά τα λεφτά. Δε γνωρίζουμε κανένας που πήγαν. Στενοχωριόμαστε πάρα πολύ που ερχόμενοι οι πρόσφυγες τους βάζουν σε καταλύματα, σε σπίτια, και καλά κάνουνε. Όμως είμαστε κι εμείς εδώ ρε παιδιά. Αν πάτε κατά τον Ασπρόπυργο θα δείτε ένα αίσχος. Θα δείτε τσαντίρια, παιδιά γυμνά, βρώμικα, χωρίς νερό, χωρίς φως, και το’ χουμε συνηθίσει αυτό εμείς οι Έλληνες. Λέμε, «έλα εντάξει μωρέ, γυφτάκι είναι». Δε είναι έτσι όμως. Δηλαδή αυτό είναι παιδί ενός κατώτερου Θεού; Τι πρέπει να κάνουμε για να μάς φτιάξουν; Να κάνουμε πόλεμο στη χώρα μας ή να πάμε κι εμείς στη Συρία, να φύγουμε μετά απ’ τη Συρία και να ρθούμε κι εμείς εδώ να κάνουμε όλον αυτόν τον αγώνα να φτάσουμε, και να πούμε κι εμείς «ήρθαμε»; Αυτό πρέπει να κάνουμε δηλαδή για να μας προσέξουν κι εμάς;

 

Συνεπώς, κει που χρειάζεται να μπει τάξη εδώ και χρόνια, το πρόβλημα μεγαλώνει. Μιλάμε για όραμα πλέον. Θεωρείς ότι κάποτε θα γίνει πραγματικότητα;

Ναι, πιστεύω να γίνει πραγματικότητα, γιατί τώρα φτιάχνουμε μία συνομοσπονδία η οποία θα είναι πανελλαδική και θα μπορεί να μιλάει με την ίδια την κυβέρνηση για τα προβλήματα των ελλήνων τσιγγάνων, για να αναλάβουμε εμείς να βοηθάμε, κι όχι να παίρνουν τα λεφτά οι ΜΚΟ και να μην κάνουν τίποτα. Δεν κάνουν τίποτα απολύτως. Κάποτε αυτό το θέατρο πρέπει να σταματήσει.

 

Οι ΜΚΟ είναι ένα θέμα που όταν ερευνηθεί ζεστά, θα τιναχτούν πολλά στον αέρα. Ωστόσο, υπογράφονται ακόμη τέτοιες εταιρίες.

Υπογράφουν γιατί παίρνουν κι αυτοί. Τα μοιράζονται. Ποιος ξέρει τι γίνεται. Οι ίδιοι αυτοί οι κύριοι, δεν ντρέπονται που υπάρχει αυτός ο κόσμος στους δρόμους, που ζητιανεύουν, πουλάνε λουλούδια, είναι ρακένδυτοι μες στα σκουπίδια, και τρώνε χρόνια απ’ τα σκουπίδια. Δεν τους νοιάζει. Όταν λοιπόν δεν έρθουν κοντά μας να συνεργαστούν με τη συνομοσπονδία, θα μας βρουν απέναντι.

 

Υπονοείς κάτι;

Θα μας βρουν απέναντι. Γιατί ο κόσμος ο δικός μας περνάει το εκατομμύριο. Είμαστε πάρα πολλοί. Είμαστε οι μοναδικοί που κάνουμε παιδιά. Είμαστε χαζοί, είμαστε ερωτύλοι. Γιατί δεν σκεφτόμαστε άμα κάνω το παιδί μου πως θα το βοηθήσω, πως θα το παλέψω, παρόλο που δεν μας παίρνουν στις δουλειές. Παίρνουν έναν από άλλο κράτος, αλλά όχι εμάς. Γιατί να μην πάρει ο άλλος κι έναν δικό μας;

 

Να ενώσουν οι δυνάμεις;

Μα ήδη οι γενιές μας έχουν ενωθεί. Οι γυναίκες μου δεν ήταν τσιγγάνες. Πολλά παιδιά δικά μας έχουν μορφωθεί. Έχουμε γιατρούς, δικηγόρους. Είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι, έχουμε την ίδια θρησκεία. Διαφέρουμε; Τα ίδια ήθη και έθιμα έχουμε. Τον ίδιο Θεό. Το Χριστό πιστεύουμε. Και μέσω του Χριστού να αναλάβει ο Θεός αυτό που τον παρακαλάμε.

 

Πιστεύεις Βασίλη.

Βεβαίως πιστεύω. Είμαι χριστιανός. Πιστεύω στο Θεό, πιστεύω στο Χριστό, πιστεύω στους αγίους. Δεν κατάλαβα γιατί να είμαστε εμείς οι δακτυλοδεικτούμενοι, και να λεν «α αυτός είναι γύφτος άστονε». Δηλαδή ο άλλος τι είναι, καλύτερος; Είναι χειρότερος. Θα σου πω ένα παράδειγμα απλό. Παρουσιάστηκα στο στρατό και βγήκα λοχίας. Κάθισα 24 μήνες και 3 μήνες για την εφεδρεία. Τους περισσότερους μήνες τους έκανα στα σύνορα της Αλβανίας. Όταν απολύθηκα, πήγα στο καφενείο της γειτονιάς και είπα «παιδιά κεραστείτε, απολύθηκα χτες, κερνάω». Κι ένας που έφυγε από το στρατό τότε, σαν τρελός, σχιζοφρενής, δεν ξέρω, ούτε ένα μήνα δεν έκανε, λέει «ρε καλώς τον γύφτο». Του λέω «ρε φίλε, εάν δεις το πρόσωπό σου στον καθρέπτη, θα δεις ότι ο γύφτος είσαι εσύ κι όχι εγώ. Γιατί εγώ έκατσα και υπηρέτησα 28 μήνες στον ελληνικό στρατό και είμαι πιο πολύ Έλληνας από σένα που έφυγες στις 10 μέρες». Μου λέει «άμα γίνει πόλεμος εγώ θα μείνω πίσω και θα (…) τη γυναίκα σου». Άκου τι μου πε! Του λέω, «το μυαλό που έχεις είναι σατανικό, και δεν είσαι αυτός που θα μπορούσα εγώ να μαλώσω μαζί του, γιατί είσαι μικροπρεπής και ηλίθιος». Κι έφυγα. Θέλω να σου πω όμως ότι εγώ ήμουνα ο γύφτος. Αυτός ήταν ο Έλληνας. Το κατάλαβες; Κι εγώ ήμουνα 28 μήνες στα σύνορα, και προστάτευα αυτόν τον κύριο που κοιμότανε, για να λέγεται Έλληνας. Κι εγώ ο γύφτος. Ή αυτός είναι γύφτος ή εγώ Έλληνας, και αντιστρόφως, νομίζω ότι δεν υπάρχει διαφορά. Υπάρχει μόνο ο καλός με τον κακό.

 

Το μήνυμά σου για τους νέους, τον λαό και την ηγεσία της Ελλάδας.

Θα ήθελα να στείλω ένα μήνυμα αισιοδοξίας σε όλους τους Έλληνες και περισσότερο στα νέα παιδιά. Γιατί είναι λάθος να μας πάρει από κάτω. Ένα τραγούδι που’ χω βγάλει, λέγεται «να μη μας πάρει από κάτω». Μ’ οποιαδήποτε κυβέρνηση, δυστυχώς η πολιτική είναι ίδια. Τα πρόσωπα αλλάζουν από ότι καταλάβαμε τόσα χρόνια. Η πολιτική έρχεται από αλλού, την χρεώνεται ο κάθε πρωθυπουργός, την πληρώνει ο λαός και αυτό το γνωρίζει.

 

Θα’ θελα να υπενθυμίσω στα νέα παιδιά ότι πρέπει να παλέψουμε. Έχουμε έναν πόλεμο στη χώρα μας και πρέπει να παλέψουμε στη χώρα μας. Δεν πρέπει να φεύγουμε από τη χώρα μας. Πρέπει εδώ να παλέψουμε. Με το ξεροκόμματο, με το τάλιρο, με το δίφραγκο, με το ένα ευρώ. Μόνο έτσι θα νικήσουμε. Εάν εγκαταλείψουμε τη χώρα μας και φύγουμε, προφανώς αυτό θέλουν και οι ξένοι που μας διοικούν, να φύγουμε απ’ τα σπίτια μας και να’ ρθουν να μας αγοράσουν την Ελλάδα μας. Αυτό θέλουνε. Όχι. Να επιμένουμε. Να μείνουμε εδώ στην Ελλάδα μας, να μείνουμε στα σπίτια μας, να έχουμε τις οικογένειες μας και να προσπαθήσουμε να δουλέψουμε. Έστω ένας. Ένας να δουλέψει να ταΐσει τους άλλους. Να πάμε στις εκκλησίες, να τρώμε απορίας όλοι. Να μας κάνουν όλους άπορους. Να μας κάνουν όλους άπορους, να δούμε τι θα κάνουν αυτοί οι από πάνω. Μέχρι πότε θα μας στύβουνε; Μέχρι πότε θα μας τα παίρνουνε; Αφού δεν έχουμε πλέον να μας πάρουν τίποτα.

 

Μόνο την αξιοπρέπεια δε μπορούν να πάρουν.

Δεν θα μας πάρουν την αξιοπρέπεια. Να τη χάσουμε κι αυτή; Ας τη χάσουμε. Τα σπίτια μας και την Ελλάδα μας δεν θα τα χάσουμε. Πρέπει να μείνουμε εδώ. Τα νέα παιδιά πρέπει να μείνουν, να επιμείνουν, και να πούνε «έχουμε πόλεμο, θα ταμπουρωθούμε στο σπίτι μας, και θα’ χουμε τα δικά μας όπλα να σκοτώσουμε αυτούς τους ανθρώπους που μας τυραννάνε».

 

Βασίλη Παϊτέρη σε ευχαριστούμε πολύ. Σου ευχόμαστε κάθε επιτυχία στη ζωή σου, σφαιρικά. Η Ελλάδα σε αγαπάει, αλλά αυτό που κατάλαβα σήμερα στην πρώτη μας συνέντευξη, και μετά από χρόνια γνωριμίας μας, είναι ότι κι εσύ αγαπάς την Ελλάδα, και μάλιστα είναι μέσα στο αίμα σου. Και δεν την αγαπάς σαν ένας επώνυμος τραγουδιστής, αλλά σαν ένας Βασίλης, απλά.

 

Βεβαίως. Είμαστε Έλληνες.