ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΟΖΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΡΥΜΟΣ

Είχα την τιμή να γνωρίσω τον κο Ρόζο. Τον είχα γνωρίσει στο προσωπικό του γραφείο. Ήταν ο πρώτος εκδότης που γνώριζα. Από τότε, “Εκδότης” για εμένα ήταν αυτός που καθόταν στο προσωπικό του γραφείο, με υποδέχονταν η σύζυγος Συγγραφέας και παρακολουθούσε με σεβασμό τη συζήτηση ο Καλλιτέχνης υιός.

Ο κος Ρόζος ήταν ένας Αετός που κατέκτησε τα Πνευματικά του Ύψη. Μου φαινόταν απρόσιτος. Μα ξάφνου έσπασε όλο αυτό κι είδαν τα μάτια μου έναν πολύ προσιτό άνθρωπο. Μεγάλη εμπειρία.

 

Συνάντηση με τον Γεώργιο Λυσίμαχο Ρόζο. Ο άνθρωπος που θα μιλήσει για τον πατέρα του. Ακρόπολη 9 το πρωί. Ήταν η μέρα που έπρεπε να ειπωθούν όλα. Όλα όσα αποτέλεσαν τη βάση ενός ανθρώπου που δέχτηκε να μου ανοίξει την καρδιά του. Ένα παιδί που έζησε σε μία οικογένεια των γραμμάτων και του πνεύματος και που για ένα διάστημα εντάχτηκε κι εκείνος στη ροή των εκδόσεων. Από την αρχή της η συνέντευξη μοιάζει με ένα θεατρικό παιχνίδι αυτοβιογραφίας. Η θύμηση ελευθερώνεται καθώς καταγράφει το παρελθόν, για να μας φέρει σε ένα παρόν γεμάτο στόχους και όνειρα μέσα στην πληγωμένη Ελλάδα. Το Σμαράγδι διψάει να μάθει, να σεβαστεί και να ευχαριστήσει. Ο Γεώργιος Λυσίμαχος Ρόζος είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να κοινωνήσει την επικοινωνία σε πολλές διαστάσεις. Κι όταν μιλάμε για προσφορά καρδιάς, η λέξη ”επάγγελμα” μας τα χαλάει. Γιος του Ευάγγελου Ρόζου, ιδρυτή των εκδόσεων Δρυμός, μια μικρή όπως ο ίδιος χαρακτήριζε πάντα οικογενειακή επιχείρηση. Το Σμαράγδι όμως έχει όλο το δικαίωμα να αποκαλέσει τον Ευάγγελο Ρόζο “Μεγαλοεκδότη” παρά την ταπεινή στάση της πορείας του. Θα δείτε γιατί.

 

Ο Ευάγγελος Ρόζος γεννήθηκε στις 25 Μαΐου 1930 και πέταξε στους ευλογημένους ουρανούς της ελευθερίας 16 Ιουνίου 2012. Σπουδάζει πολιτικές επιστήμες, εργάζεται σε διοικητική θέση στο υπουργείο εσωτερικών, και πιο συγκεκριμένα σε νομαρχίες, ξεκινώντας από Άμφισσα και Κόρινθο. Εκεί γνωρίζει τη σύζυγό του και Συγγραφέα κα Ροδοπούλου. Μη θέλοντας όμως να υπηρετήσει τη χούντα, αρνείται την πρόταση που του γίνεται για έπαρχος της Κω και λαμβάνει δυσμενή μετάθεση στην Κάρπαθο και κατόπι στη Νομαρχία της Ρόδου από όπου και παραιτείται το 1969 για να αφιερωθεί στο χώρο των εκδόσεων. Διετέλεσε Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, μέλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και άλλων σωματείων. Το 1973 ιδρύονται οι εκδόσεις «Δρυμός». Οι Εκδόσεις Δρυμός είναι το μεγάλο του έργο. Ήρθαν Αθόρυβα, Λειτούργησαν, και Έφυγαν Αθόρυβα.

 

Ήταν μία οικογενειακή επιχείρηση, λέει ο Λυσίμαχος… Τη δημιούργησε ο πατέρας μου υπό τη μορφή συνεργασίας με ανεξάρτητους συγγραφείς που ήθελαν να του εμπιστευτούν το έργο τους και να συνεργαστούν μαζί του. Οι εκδόσεις Δρυμός είχαν χαρακτήρα όχι τόσο εμπορικό με την κλασική έννοια, γιατί αναφερόντουσαν κυρίως σε πιο εκλεπτυσμένους κύκλους λογοτεχνών. Ίσως γι’ αυτό και δεν δημιουργήθηκε μεγάλος ντόρος γύρω απ’ το όνομα τους. Δόθηκε έμφαση στο να υπάρχουν βιβλία σε βιβλιοπωλεία κι όχι τόσο στην επιπλέον δημοσιότητα ή marketing.

 

Το είδος του βιβλίου;

Κυρίως λογοτεχνικά. Δοκίμια, μελέτες, παιδικό βιβλίο αλλά και ιστορικά. Γινόντουσαν και πολύ καλοί διαγωνισμοί ποίησης, δοκιμίου, ταξιδιωτικής μελέτης.

 

Με τι κριτήρια επέλεγε συγγραφείς και συνεργασίες;

Είχε μία εποικοδομητική συνεργασία με πάρα πολύ κόσμο. Έφτιαχνε βιβλία δικά του και των φίλων του. Πρωτοποριακός στο χώρο της λογοτεχνίας, βοήθησε πολλούς νέους λογοτέχνες αφού συναντούσε νέα παιδιά που ήταν καλοί συγγραφείς κι ο ίδιος τους επέλεγε όταν οι άλλοι εκδότες θέλανε κυρίως ανθρώπους που είχανε δημοσιότητα. Του άρεσε να επιλέγει ανθρώπους ταλαντούχους κι αξιόλογους κι ας μην είχαν δημοσιότητα.

 

Ένα ορμητήριο νέων λογοτεχνών λοιπόν.

Ναι, γι’ αυτό και θεωρήθηκε πατέρας τους… δάσκαλός τους. Έτσι τον αποκαλούσαν πολλοί.

 

Το 1975 εκδίδεται το γνωστό σε όλους Πολύπτυχο. Μίλησε μας για αυτό. 
Το Πολύπτυχο έβγαινε κάθε χρόνο. Ήταν μία συνεταιριστική έκδοση. Μία ανθολογία, ένα απαύγασμα από ό,τι καλύτερο έβγαζαν κάθε χρόνο οι πεζογράφοι, οι ποιητές και γενικότερα οι λογοτέχνες που συνεργαζόντουσαν με τον πατέρα μου. Κυρίως λογοτέχνες από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, και άλλα βέβαια σωματεία με επιμέλεια κι ευθύνη δική του.

 

Ένιωσε πίεση ή κακό ανταγωνισμό από την αντίπερα όχθη; Υπήρχε αντίπερα όχθη;
Πάντοτε έδειχνε ένας άνθρωπος ψύχραιμος και σταθερός. Εξέφραζε μία ήρεμη δύναμη. Σίγουρα όμως είχε πίεση. Συνεργάζονταν με διάφορους τυπογράφους και ειδικά όταν έβγαινε το Πολύπτυχο υπήρχε αγωνία και άγχος για να βγει σε σωστά χρονοδιαγράμματα. Όπως και η αγωνία του κόστους, τα ίδια τα έργα των συγγραφέων, η επιμέλεια, οι διορθώσεις τους, όλα αυτά. Όσο για την αντίπερα όχθη, σαφώς και υπήρχε. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Πολλές φορές χτυπήματα «κάτω από τη ζώνη».

 

Οι εκδόσεις Δρυμός παίρνουν φίλους και δυνατά ταλέντα ανεξάρτητα αν είναι “όνομα” και σπάνε το κατεστημένο αφού… σε κάποιους, δεν αρέσει αυτό.

Πως αντιμετώπιζε την κατάσταση αυτή; Ήταν φορές που φερόταν το ίδιο; Από άμυνα ίσως;

Ο ίδιος ακολούθησε το fair play, ήταν άνθρωπος τζέντλεμαν, λειτουργούσε με έναν αριστοκρατικό τρόπο. Ήταν ευγενής. Έδειχνε πάντα ήρεμος και δυνατός χωρίς να βγάζει ακραία στοιχεία.

 

Οι επαφές του με τον κόσμο;  

Ήταν πολύ επικοινωνιακός, γελαστός, με το χιούμορ του, αλλά και με την αναγκαία σοβαρότητα και το αναγκαίο κύρος. Είχε δημόσιες σχέσεις με τον κύκλο του και συμπάθειες.

Έδινε συνεντεύξεις;

Ναι έδινε, και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο ως ιστορικός. Ωστόσο, ήταν επιλεκτικός.

Το βάθος του χαρακτήρα του;

Παρέμενε πάντα ένα μεγάλο παιδί με καρδιά, και παράλληλα ώριμος και δυναμικός, με γενναιότητα ψυχής, πάθος για τη δημιουργία, εκλέπτυνση και γούστο.

 

Ένα καλό “όνομα” δηλαδή.

Με αγάπη για το ωραίο, το αγαθό και το αληθινό. Αγάπησε και Αγαπήθηκε.

 

Πίσω από κάθε δυνατό άντρα υπάρχει μία δυνατή γυναίκα. Σε αυτόν τον μεγάλο άντρα λοιπόν, συναντούμε την αγαπημένη του σύζυγο Αναστασία Ροδοπούλου. 

Το Σμαράγδι έχει εδώ την τιμή να λάβει τηλεφωνικά τα δικά της μηνύματα που… μ’ εξέπληξαν.

Ήταν καλός άνθρωπος. Ήταν αφελής όπως είμαι κι εγώ. Έπεσε σε λούμπες και τον παίζανε στα δάκτυλα οι “εξυπνάκηδες”. Ήταν πάρα πολύ καλός συγγραφέας αλλά δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε. Έχει γράψει βιβλία που δεν έχει γράψει κανείς στην Ελλάδα: Ιστορική βιογραφία του αρχαίου Λυσιμάχου, οι νησιώτες του Αιγαίου στον αγώνα, Ελληνιστικά διηγήματα, και όλα από τις εκδόσεις Δρυμός.

 

«Δρυμός» Μία επιχείρηση με καρδιά. Η Αναστασία Ροδοπούλου, σύζυγος του κου Ρόζου, με 26 βιβλία και δύο στο διαδίκτυο, νεανικά και παιδικά, τα περισσότερα όμως σε άλλες εκδόσεις και όχι στις Δρυμός!

Ναι γιατί βραβευόντουσαν το ένα μετά το άλλο και τα ζητούσαν οι εκδότες και τα χρηματοδοτούσαν.

 

Η αντίδραση του κου Ρόζου, θαυμασμός ή ζήλια; Το χιούμορ κάνει την κυρία Ροδοπούλου να γελάσει μέσα από την τηλεφωνική μας επικοινωνία και, σα να έχει μπροστά της τον αγαπημένο της σύζυγο, άλλη μία απάντηση ηχεί για… Το Σμαράγδι.
Ο κος Ρόζος στην αρχή κόμπιαζε. Μετά όμως το κατάλαβε ότι είχε μια γυναίκα Συγγραφέα.

 

Πόσο ωραία η συνέντευξη μαζί τους…

Η Αναστασία Ροδοπούλου έγραφε από 8 ετών και θαύμαζε τον Κωστή Παλαμά. Ωστόσο, όταν 27 Φεβρουαρίου 1943 τους ανακοίνωσε ο δάσκαλος ότι πέθανε ο Παλαμάς, όλα τα παιδιά φεύγανε τρέχοντας “κι εγώ” όπως μας λέει χαρακτηριστικά, «θαύμαζα, κι έλεγα θέλω να πενθεί η Ελλάδα και για εμένα, αλλά δεν θα το πάρει κανένας είδηση. Ήθελα κι εγώ να του μοιάσω και να γίνω ποιήτρια. Έγινα όμως πεζογράφος». Το 1975 εκδίδει το πρώτο της βιβλίο “Μικρές ιστορίες”. Βιώματα απ’ την παιδική ηλικία. Ακολουθούν τα “Σαράντα κόσκινα”. Νεανικό μυθιστόρημα, βαθύτατα παιδικό βιβλίο με αντιστασιακή χροιά και με επίσης παιδικά βιώματα επί κατοχής, στο Βραχάτι της Κορινθίας σε μια αγροτική περιοχή όπου μια παρέα 30 παιδιών χωρισμένοι σε δύο ομάδες παίζανε το παιχνίδι “σαράντα κόσκινα”. Το 1982 βραβεύεται από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Το πρώτο της βραβείο όμως είναι το Δροσίνειο σε ηλικία 20 ετών στο Αρσάκειο για τη ζωή και το έργο του Κώστα Κρυστάλλη. Ακολουθούν πολλά άλλα με αποκορύφωμα το τελευταίο της βιβλίο, το 2014, “Το χρώμα του πάθους” 437 σελίδες για τη ζωή του προσωπικού ζωγράφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου «Απελλή».

Το τηλέφωνο έκλεισε. Συνεχίζω πάλι με το Λυσίμαχο. Ο κος Ρόζος «προσέφερε» και δεν εκτιμήθηκε ανάλογα. Ένιωθε άραγε πικρία;

Δε θα έλεγα ότι εξέφραζε ακριβώς πικρία. Προφανώς ένα κρυφό παράπονο ναι, που δεν υπήρχε ίσως αυτή η δημοσιότητα που άξιζε το έργο του. Κατάφερε όμως να αναγνωριστεί στο τέλος, να πάρει ακόμη και λογοτεχνική σύνταξη όπως κι άλλοι συγγραφείς που είχε βοηθήσει. Επιβραβεύτηκε για το έργο του σε έναν βαθμό, είχε μια ηθική δικαίωση, μα αυτό που περισσότερο τον στεναχώρησε ήταν που του περιορίστηκε η όραση. Αυτό ήταν το χτύπημα γιατί δε μπορούσε να διαβάσει εύκολα και να γράψει την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

 

Εσύ τα λάβαινες όλα αυτά;

Ρούφηξα μπορώ να πω σαν παιδί όλο αυτό το παιχνίδισμα των λέξεων και των αισθήσεων που κάθε φορά εισέπραττα από τον πατέρα μου.

 

Έζησες την ευθύνη του εκδότη;

Ασχολήθηκα με τις εκδόσεις Δρυμός περίπου τρία χρόνια, από το 1994, και ουσιαστικά το 1997 οι εκδόσεις κλείνουν. Βέβαια το τελευταίο Πολύπτυχο βγαίνει τη σεζόν 2002 – 03. Τόσο για καλλιτεχνικούς όσο και για οικονομικούς λόγους δεν συνέχισα, εφόσον ήταν μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση που δε σήκωνε πολύ τον ανταγωνισμό. Οι Δρυμός είχαν βιβλίο που αναφερόταν σε εξειδικευμένο κύκλο και τα έξοδα ήταν πολλά. Κάποια εποχή, και πιο συγκεκριμένα το 1985, ο πατέρας μου είχε κάνει μια προσπάθεια με ένα βιβλιοπωλείο στο Κολωνάκι μαζί με άλλους στη Σκουφά. Την εποχή όμως που είχα αναλάβει εγώ τις εκδόσεις δεν είχαμε δικό μας βιβλιοπωλείο. Δουλεύαμε με παραγγελίες, ωστόσο ναι, έζησα την ευθύνη του εκδότη.

 

Ο Ευάγγελος Ρόζος έφυγε από τη ζωή αθόρυβα…

Ναι, μ’ έναν αθόρυβο τρόπο. Κι οι περισσότεροι γνωστοί του το μάθανε πολύ μετά. Δεν δόθηκε δημοσιότητα.

 

Επίσης αθόρυβα έκλεισαν και οι Δρυμός.

Αθόρυβα έκλεισαν κι αυτές.

 

Ένιωσες ότι κάτι διαλύεται και δεν συνεχίζει;

Αυτό το μεγάλο που θέλω να πω εδώ, είναι ότι τελικά, οι εκδόσεις Δρυμός, ουσιαστικά, κλείσανε με το θάνατο του πατέρα μου, παρά όταν είχανε κλείσει τυπικά σαν επιχείρηση. Γιατί συνεχιζόντουσαν με τον ένα ή τον άλλο βαθμό μέσα από την ατομική του δράση, μέσα απ’ το Πολύπτυχο, μέσα από μια ξεχωριστή δραστηριότητα θα έλεγα, κι από τα βιβλία φυσικά που είχαμε. Σημειολογικά και συμβολικά, όταν πέθανε ο πατέρας μου 16 Ιουνίου 2012, τότε έκλεισε και το κεφάλαιο μιας ιστορίας Δημιουργίας και Πάθους για τη Λογοτεχνική Έκφραση.

 

Ένα έργο ζωής ποτέ δεν χάνεται.

Κι ίσως μια μέρα αναδημιουργηθούν. Ο θάνατος του πατέρα μου δείχνει το στίγμα μιας εποχής. Άλλωστε ακόμη και σήμερα υπάρχει έστω μία μερική δραστηριοποίηση με επανεκδόσεις από άλλους εκδοτικούς οίκους. Ο “Λυσίμαχος“ χαρακτηριστικά, που πρωτοεκδόθηκε το 1986, είναι από τα σημαντικότερα έργα του, μοναδικό στην Ελλάδα και παγκοσμίως. Πρόκειται για την Ιστορική βιογραφία του αρχαίου Λυσιμάχου, του διαδόχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Τι θα ήθελες να βγει μέσα από το Σμαράγδι;

Θα ήθελα να βγει η αγάπη κι ο έρωτας για την τέχνη και τη δημιουργία χωρίς σύνορα, έξω από στερεότυπα. Δίνεις την ψυχή σου για πράγματα που αγαπάς πραγματικά, ανεξαρτήτως κέρδους κι αν θα γίνεις δημοφιλής ή όχι. Προχωράς πειραματικά με βήματα μικρά χωρίς να επιδιώκεις την εύκολη δημοσιότητα και το εύκολο κέρδος. Προχωράς πειραματιζόμενος, κι αυτό πιστεύω ως έναν βαθμό ότι ισχύει στη ζωή μου και περισσότερο στον καλλιτεχνικό τομέα.

 

Γεώργιος Λυσίμαχος Ρόζος.

Πολλοί σε γνωρίζουμε ως ηθοποιό. Αναζήτησε ή ζήλεψε ποτέ τον “μεγάλο ρόλο” η δική σου η ψυχή, με τη θεατρική ίσως κουλτούρα που εσύ θα ήθελες να πλαισιώνεται; Μίλησε μου για τις ερμηνείες σου.

Δοκιμάζοντας τον εαυτό σου σε διάφορους ρόλους και μέσα από βιώματα κι εμπειρίες, τελικά φτάνεις σε κάποια μέθεξη, σε κάποια πλήρωση. Η δική μου η ψυχή αναζήτησε και ζήλεψε τον μεγάλο ρόλο. Υπήρξαν φορές που στάθηκα τυχερός και ερμήνευσα κάτι που με εξέφραζε, όπως για παράδειγμα τον επιστάτη του Χάρολντ Πήντερ, τον τρελό αρχιτέκτονα σε ελεύθερη ερμηνεία, παραλλαγή του έργου του Αύγουστου Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Μου δόθηκε η ευκαιρία να παίξω και στη «Λυσιστράτη». Ελεύθερη απόδοση με το Μικρό Πολυτεχνείο, και στο ‘’Μάθημα», Αύγουστο 2014.

 

Δύσκολοι ρόλοι;

Μου άρεσε ο πειραματισμός πάνω στο θεατρικό παιχνίδι και στον αυτοσχεδιασμό, πέρα από συμβάσεις κι ερμηνείας. Παίζει σημαντικό ρόλο ο αυτοσχεδιασμός. Είναι δύσκολος, και σε σχέση βέβαια με την πορεία αναζήτησης του κάθε καλλιτέχνη. Το θέμα είναι να περάσουν μηνύματα στον θεατή με αμεσότητα, γιατί κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές προσλαμβάνουσες, ανάλογα με την εποχή, τα πολιτιστικά δεδομένα, τους κώδικες επικοινωνίας και την προσωπική του ζωή.

 

Κινηματογράφος…
Ξεκίνησα το 1990 με τις Κρυστάλλινες Νύχτες της αξέχαστης Τώνιας Μαρκετάκη. Ταινία εποχής. Έκανα τον Γερμανό στρατιώτη σε ένα τρένο στο σταθμό της Δραπετσώνας.

 

Έμπαινες στην ψυχολογία των ηρώων; Του Γερμανού για παράδειγμα.

Ήμουν 21 ετών. Καλοκαίρι. Πάρα πολύ ζέστη. Φοράγαμε στρατιωτικές γερμανικές στολές και μάλιστα χειμερινές. Ιδρώτας παντού. Είχαμε τρελαθεί στα αναψυκτικά και στους χυμούς. Είχε μεγάλη συμμετοχή σε βοηθητικούς ηθοποιούς αυτό το έργο. Θυμάμαι μάλιστα πως είχα βγάλει τα παπούτσια μου για να αλλάξω και στο τέλος δεν τα βρήκα. Γύρισα σπίτι μου με άλλα παπούτσια. Είχαν όλα μπερδευτεί κει που αλλάζαμε. Μεγάλος πανικός. Αυτό το ανέφερα για να καταλήξω πως πολλές φορές στην ψυχολογία παίζει ρόλο κι η κατάσταση στα παρασκήνια. Επηρεάζεσαι κάπως. Όμως ο πραγματικός ηθοποιός μπαίνει άθελά του στη «διαδικασία» να αισθανθεί και να βιώσει την εποχή που παίζει.

Προσωπικά, δίχως να θέλω να περιαυτολογήσω, ένιωθα Γερμανός στρατιώτης. «Σκύλος» που εν δυνάμει μπορούσε να γαβγίσει. Κράταγα «αυτόματο» στο χέρι. Μιλάμε για κατοχή. Θέλοντας και μη λοιπόν, έτσι ένιωθα. Κι έτσι θα ένιωθα όποιας εθνικότητας στρατιώτης κι αν ήμουν, εφόσον είχα κυρίαρχη θέση.

 

Υπήρξαν κι άλλοι παρόμοιοι ρόλοι;

Ναι, στην πολύκροτη σειρά του ΣΚΑΙ για την επανάσταση του 1821 που παρουσίαζε ο Πέτρος Τατσόπουλος, αλλά εκεί υποδύθηκα κάτι το αντίθετο, τον Σκουφά της Φιλικής Εταιρείας. Στα πλαίσια της ομώνυμης σειράς έκανα κι έναν στρατιώτη που υπηρέτησε μαζί με τον ποιητή Καρυωτάκη. Προσωπική πορεία μέσα στο χρόνο που εκφράζει μια βιωματική σχέση σε διαφορετικές εκφάνσεις της ζωής, της καθημερινότητας και της ιστορίας. Βιώνεις παράλληλες ζωές και μια ιδιαίτερη αίσθηση ειδικά σε σειρές με ιστορικό πρόσημο που εκφράζουν το πνεύμα μιας διαφορετικής εποχής. Και σε μια άλλη σειρά για τον Ίωνα Δραγούμη, σε σκηνή που αναφέρεται στην είσοδο του Ελληνικού στρατού στα Γιάννινα το 1912, ήμουν Έλληνας αξιωματικός.

 

Επηρεαζόσουν μετά από κάθε γύρισμα; Σε άγγιζαν οι ρόλοι;

Σαφέστατα επηρεαζόσουν. Έμπαινες στην κατάσταση. Σε συνέπαιρνε. Όλα γίνονται γιατί έχουν κάποια σημασία ή μπορεί και να μην έχουν καμία σημασία. Εξαρτάται.

 

Κάποιος που συμμετείχε με έναν απλό ρόλο, αντιμετωπίζονταν το ίδιο με τους πρωταγωνιστές εκείνη την εποχή, σε αυτά τα τόσο ποιοτικά έργα εννοώ;

Επειδή πράγματι μιλάμε για έντεχνο και ποιοτικό ελληνικό κινηματογράφο, υπήρχε σεβασμός. Σχέση προσεγμένη με κάθε συμμετέχοντα ώστε να βγει όσο το δυνατόν καλύτερα η αναπαράσταση της εποχής. Υπήρχε και από τις δύο πλευρές αγάπη για την ταινία όπως και μεταξύ των ηθοποιών. Ένας υγιής ερασιτεχνισμός πέρα από το επαγγελματικό κομμάτι. Η Τώνια Μαρκετάκη για παράδειγμα ήταν απ’ τις σημαντικότερες σκηνοθέτιδες του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Οι ταινίες της ήταν ποιοτικές γιατί ενδιαφέρονταν να αποτυπώσει τις φιγούρες, τα πρόσωπα και τους ήρωες όσο το δυνατόν πιο πειστικά. Ήταν αφιερωμένη στην τέχνη.

 

Στην πορεία σε συναντάμε σε Δραματική Σχολή.

Ήθελα να εμβαθύνω περισσότερο στο αντικείμενο του ηθοποιού. Τελείωσα τη Δραματική Σχολή «Ράμπα» με καθηγητές τον θεατρικό συγγραφέα κο Γιάννη Ρίτσο και τον σκηνοθέτη Ντίνο Δημόπουλο. Δύο χρόνια μετά πέρασα κι από το θεατρικό εργαστήρι του δήμου Ζωγράφου με τον Σωτήρη Τσόγκα.

 

Τηλεόραση…
Συνεργασία με τον αείμνηστο Βλάση Μπονάτσο. Τον είχα γνωρίσει προσωπικά. Είχε αστείρευτο χιούμορ, πηγαίο μέσα του, αστείρευτη ενέργεια και μεγάλη καρδιά. Είχε καρδιά και πάθος. Σε μία από τις τηλεοπτικές φάρσες μαζί του, το 1995, έκανα τον επιδειξία στην Τσέση Παπουτσή στο πάρκο του Ζαππείου. Ενώ εκείνη έλεγε τις εορταστικές ευχές για το νέο έτος, εμφανίστηκα μπροστά της ως ένας τρελούτσικος επιδειξίας και την αιφνιδίασα. Μια φάρσα που ήθελε να αποδομήσει τον καθωσπρεπισμό των εορταστικών ημερών.

Σε μία άλλη έξυπνη τηλεοπτική φάρσα, με το γνωστό μουσικό συγκρότημα τα «Κακά κορίτσια» το οποίο κλήθηκε σε μια συναυλία για να βγουν τα έξοδα για μια δενδροφύτευση, το υποτιθέμενο ακροατήριο άρχισε να αποχωρεί και το συγκρότημα να αναρωτιέται «τι λάθος κάναμε και φεύγει ο κόσμος». Έπειτα πετάγεται ξαφνικά ο Βλάσης Μπονάτσος και τις καθησυχάζει με τη χαρακτηριστική του φράση «φωρτό – φωρτό».

 

Ακολουθούν συμμετοχές σου σε δραματοποιημένα ντοκυμαντέρ του sky.

Μιλάμε για το 1998 πλέον που συμμετέχω στις “Σκιές”. Σειρές που αναφέρονταν σε αληθινά περιστατικά απ’ το αστυνομικό ρεπορτάζ, με πειστική και συνταρακτική αναπαράσταση. Ιστορίες απείρου κάλλους που εκφράζουν ακραίες και οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, κι απ’ την άλλη, είναι δυστυχώς τόσο αληθινές… Εκείνη την εποχή συμμετέχω και σε πολλά video clips με πρωταγωνιστικούς ρόλους. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα πολύ ωραίο γύρισμα στο Λυκαβηττό. Ήμουν ένας μουσικός ντυμένος στη μόδα του 60′ με τη χαρακτηριστική καμπάνα. Αισθανόμουν πολύ όμορφα σ’ αυτό το ρόλο και κατέληξα να μοιράζω αυτόγραφα στις τουρίστριες!

 

Σε θυμόμαστε και στη σειρά “Κωνσταντίνου και Ελένης”.

Έπαιζα έναν χαρακτηριστικό ρόλο ενός καλεσμένου guest, στο μπαρ, που συνήθως έπινε το ουίσκι του και συμμετείχε σε διάφορα περιστατικά. Έπρεπε ν’ αφήσει φιλοδωρήματα, και του την έλεγε η γκαρσόνα άλφα Ελένη Ράντου που έπαιζε το ρόλο της αρχισερβιτόρας, «τι θα γίνει με σένα ρε Λυσίμαχε», κι εγώ της απαντούσα «έχω μείνει ταπί ρε Ελενίτσα», και τότε άρχιζε να με πιάνει μπας και βρει κανένα κέρμα. «Κάτι πιάνω εδώ» μου έλεγε. Σε μια άλλη χαρακτηριστική φάση με τη γκαρσόνα βου Μαρία Λεκάκη που έπαιζε το ρόλο της βοηθητικής σερβιτόρας στο μπαρ, γινόταν ένας πλειστηριασμός με καπέλα. Εγώ σήκωσα το χέρι μου, κι η γκαρσόνα βου νόμιζε πως ήθελα να αγοράσω το καπέλο. «Ένα ουίσκι θέλω να πιω» της λέω, με αποτέλεσμα έναν σχετικά έντονο εκνευρισμό της που έβγαζε γέλιο. Σ’ άλλο σκηνικό, ο καθηγητής Κατακουζηνός που υποδυόταν ο Χάρης Ρώμας ιδρύει το κόμμα ΒΥΖΑΝ. Οργανώνει λοιπόν την προεκλογική του καμπάνια στο μπαρ. Σε αυτό το επεισόδιο έπαιζα έναν απ’ τους ένθερμους οπαδούς του. Αλλά εγώ, στην πραγματικότητα ρίχνω κατά λάθος το ουίσκι! Του άρεσε όμως του σκηνοθέτη και το κράτησε, με αποτέλεσμα ο «Νικόλας» ο μπάρμαν να μου την πει κι αυτός αυθόρμητα, «Λυσίμαχε γιατί καταβρέχεις τις γκαρσόνες;»

 

Το κλίμα εκεί;

Υπήρχε μία οικειότητα μεταξύ μας, κάτι αυθόρμητο και πηγαίο. Έδενε η παρέα. Έδενε η ομάδα. Ήταν όμορφη εμπειρία κι αισθανόμουν πρωταγωνιστής. Είχαμε οικειότητα με την Ελένη Ράντου και με ήθελε να παίζω.

 

Πολλοί σε αναγνωρίζουν στο δρόμο. Μπορώ να πω ότι έγινες δημοφιλής με αυτά τα ρολάκια και τις διάφορες στιχομυθίες που γινόντουσαν στο μπαρ.

Κυρίως οι επαναλήψεις ίσως να με έκαναν σχετικά γνωστό, όπως λες.

 

Είναι τυχαίο που κάποια έργα κρατάνε χρόνια κι ο κόσμος τα αγαπάει πολύ; Μπορεί ένας καλός ηθοποιός να παίξει ένα ρόλο που ο κόσμος αρχικά να το βλέπει γιατί αγαπάει τον ηθοποιό;

Σίγουρα παίζει μεγάλο ρόλο η προσωπικότητα, είτε του ηθοποιού είτε του σκηνοθέτη. Μπορεί να αναδείξει ένα έργο που από μόνο του δεν κάνει ιδιαίτερη αίσθηση και δεν χτυπάει στην καρδιά του θεατή. Η ερμηνεία όμως του ηθοποιού και πολλές φορές η προσωπικότητα του σκηνοθέτη που το διαμορφώνει, μπορεί να παίξουν καθοριστικό ρόλο και να το κάνουν να ξεχωρίσει. Ακόμη και έργα σχετικά αδιάφορα ίσως σαν θέματα, χτυπάνε στην καρδιά του θεατή γιατί ο ερμηνευτής δίνει με τη δική του καρδιά μια άλλη διάσταση. Όταν ο θεατής αισθάνεται ταύτιση, τα έργα γίνονται πιο εύκολα δημοφιλή, ακόμη κι αυτά που απευθύνονται σε πιο ιδιαίτερο κοινό με πιο συγκεκριμένα βιώματα.

 

»Κάποιοι», δεν ανοίγουν την πόρτα τους σε ταλέντα που δεν έχουν πτυχίο, και απλά τους πετάνε έξω, ενώ προσφέρουν πρωταγωνιστικούς ρόλους σε life style είδωλα ταλαντούχα και μη. Τι έχεις να πεις πάνω σε αυτό και τι σημαίνει για εσένα ηθοποιός;

Κάθε τι σίγουρα εμπεριέχει το στοιχείο του ταλέντου και της παιδείας. Είναι μία συνεχής κατάκτηση να είσαι ηθοποιός. Το ταλέντο άλλωστε σε καθιστά ηθοποιό. Σε σφραγίζει. Αποτελεί βάση και κατάθεση ψυχής στις ζωές που καλείσαι να ζήσεις. Το επάγγελμα του ηθοποιού, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό είναι ελεύθερο. Οπωσδήποτε, είναι καλύτερα να γίνονται κάποιες σπουδές, αλλά για την ολοκλήρωσή του κι όχι για την επιλογή του. Υπάρχουν άνθρωποι από το μηδέν που άξιζαν και τους ανέδειξαν οι σκηνοθέτες χωρίς να’ χουν περάσει από ανάλογη εκπαίδευση. Ήταν όμως σκηνοθέτες με την αρετή της διάκρισης. Στην Ελλάδα, το “τζάκι” καίει μερικές φορές τη διάκριση κι αυτό είναι λυπηρό.

 

Το όνομα του πατέρα σου έπαιξε ρόλο στη δική σου πορεία;

Το όνομα του πατέρα μου δεν ήτανε διαβατήριο επιτυχίας. Ο πατέρας μου κρατήθηκε σε λεπτά και διακριτικά επίπεδα δημοσιότητας. Αυτό θέλησα κι εγώ να συνεχίσω για εκείνον. Σαφέστατα θα πω ότι, υπήρχε μία περίοδος που ενώ φοιτούσα στη δραματική σχολή, είχα παράλληλα και τον εκδοτικό οίκο. Αλλά στη σκηνή ήμουν μόνο ηθοποιός, τίποτε άλλο.

 

Στη Δημιουργική Σταδιοδρομία «Αετοί» είναι οι άνθρωποι που βυθίζουν τη λογική τους στην καρδιά. Αξίζει να ζει κανείς για να βιώνει τα συναισθήματα;

Στη ζωή αυτή είμαστε συλλέκτες πολλών εμπειριών, αλλά τελικά τα συναισθήματα μένουν. Αυτά είναι που αποτελούν μια σαφή ένδειξη ανθρώπινης ισορροπίας.

 

Μπορεί κατά τη γνώμη σου η ανεργία να διαλύσει το συναίσθημα και να κόψει τα φτερά από έναν καλλιτέχνη και πιο συγκεκριμένα από τον ηθοποιό; Αλλοιώνει την ποιότητα, και το περνάει αυτό στον θεατή;

Η ανεργία και το σκούριασμα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, επηρεάζει ψυχολογικά τον ηθοποιό και τον εν γένει καλλιτέχνη, αλλά ο αυθεντικός ηθοποιός δεν το μεταδίδει όταν παίζει. Είναι προσηλωμένος να υπηρετήσει τον ρόλο του ακόμη και με έναν θεατή. Αγαπάει την τέχνη του πολύ περισσότερο από τα λεφτά, και το κάνει γιατί είναι δοσμένος σε αυτό κι εραστής της τέχνης σε όλο της το μεγαλείο.

 

Νομίζω έπαιξες και με τον αδερφό σου τον Απελλή.

Ο Απελλής είχε πάντα ένα ένθερμο ενδιαφέρον για την ιστορία και μία έντονη πολιτική ευαισθησία. Ωστόσο, συμμετείχε σε κάποια γυρίσματα με επιτυχία. Μια φορά είχε παίξει και τον σωματοφύλακά μου στο »Εκείνες κι εγώ», 1997 με τον Μπέζο.

 

Κι ο μπαμπάς Ρόζος;

Αυστηρός, με χιούμορ και σαρκαστικός. Γενικά όμως πάντα με καλή διάθεση και αγάπη. Και μας »την έλεγε» με τον τρόπο του και μας παίνευε. Το 2002 θυμάμαι, ο γνωστός σκηνοθέτης Περάκης με είχε καλέσει για να μου δώσει ένα σενάριο. Παίρνει λοιπόν τηλέφωνο κι απάντησε ο πατέρας μου γιατί εγώ έλειπα. Αλλά δεν κατάλαβε καλά και κατά λάθος πήγε εκείνος στη συνάντηση! Γελάγαμε όταν μας είπε ότι τελικά ήθελαν εμένα κι όχι εκείνον. Ναι είχε γίνει κι αυτό…

 

Η άλλη πλευρά του Λυσίμαχου Ρόζου.

Γράφει στο ιστορικό γραφείο του πατέρα του, και μαθαίνουμε τελικά πως έγραφε κι εκείνος στο Πολύπτυχο. Έχουμε αναφορά της Ιουλίας Σταμίρη στην πένα του Λυσίμαχου.

 

Όσο ανεβαίνεις πνευματικά, νιώθεις πιο ταπεινά. Αφήνει χώρο η τέχνη για αυτό το »ανέβασμα» με τα συναισθήματα που το χαρακτηρίζουν;

Βίωσα πάντα έναν δρόμο δύσκολο κι ανηφορικό, αλλά με πολύ ενδιαφέρον γιατί είχε αγώνα. Αυτός ο αγώνας και οι δυσκολίες, σε κάνουν εσωτερικά πιο ταπεινό και αποσύρουν τα πομπώδη  στοιχεία του ναρκισσισμού. Σε τοποθετούν σε ένα υγιές επίπεδο προβολής και ουσιαστικής προσφοράς.

 

Πολιτικές αποφάσεις… (Ο Λυσίμαχος ξαφνιάζεται από την απότομη αλλαγή του θέματος).
Υπάρχουν πολιτικοί που λειτουργούν ως επαγγελματίες. Αυτοί αλλοιώνουν την εικόνα της αυθεντικής πολιτικής και λειτουργούν ως μία τάξη παρασιτική.

 

Μπορεί να αλλάξει;

Μπορεί να αλλάξει μόνο όταν υπάρχει πολιτική από τα κάτω, πολιτική από τη βάση δηλαδή των πολιτών. Μιλάμε για μία συμμετοχική Δημοκρατία που συνδιαμορφώνεται διαδραστικά με πολιτικούς που θέλουν πραγματικά να παράγουν έργο.

 

Πέρα απ’ τους πολιτικούς, άνθρωποι υψηλών θέσεων που ξεχνάνε πως ξεκίνησαν, τι έχεις να πεις.

Δεν έχουν παιδεία και συνειδητοποιημένη αντίληψη όσοι ξεχνάνε από που ξεκίνησαν. Αυτοί οι άνθρωποι δε βοηθάνε εύκολα και μάλιστα χωρίς ιδιοτέλεια. Αποκτούν ελιτίστικες αντιλήψεις γι’ αυτό και περιφρονούν τους απλούς ανθρώπους. Υπάρχουν μόνο για την καριέρα τους και για τη δική τους εικόνα. Τίποτ’  άλλο.

Λίγες ημέρες μετά, η οικία του κου Ρόζου Ανοίγει.

(Η παρουσία του είναι παντού. Εγκάρδια υποδοχή. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω ξανά» μου λέει η κα Ροδοπούλου) ενώ ο Λυσίμαχος δίδει στο Σμαράγδι το μήνυμά του για τους νέους.

To Σμαράγδι είναι εμπνευσμένο site για εμπνευσμένους δημιουργούς. Έχει τη λάμψη του σμαραγδιού και μία στάση δημιουργική όπως κι ο όρος άλλωστε, Δημιουργική Σταδιοδρομία. Ωθεί σε έναν δημιουργικό τρόπο ζωής ανοίγοντας δρόμους και βοηθώντας την αέναη ροή. Γι’ αυτό και το μήνυμά μου είναι το ταξίδι στην Ιθάκη. Δρόμος μακρύς. Όταν το ταξίδι είναι εμπνευσμένο, τότε αξίζει κι ο Προορισμός. Ζούμε σε εποχή που δυστυχώς κυριαρχεί η συναλλαγή και μετράει το αποτέλεσμα. Μετράει όμως κι ο αγώνας που δίνει κανείς για την εξέλιξη και τα βιώματα που περνάει.

 

Παρόλα αυτά, η Ελλάδα θα πάει μπροστά;

Η Ελλάδα θα πάει μπροστά γιατί κουβαλάει ένα παρελθόν με βαρύτητα που θα γίνει και μέλλον. Κι όταν μιλάμε για παρελθόν, εννοούμε και τη νεοελληνική εποχή.